Το είδος μας δεν γεννήθηκε μέσα στο τσιμέντο ,αλλά μέσα σε αγρια δάση και λιβάδεια. Τα μάτια μας εξελίχθηκαν για να διακρίνουν τις λεπτές διαφορές ανάμεσα στις χρυσαφένιες, πρασινωπές και καφεκόκκινες αποχρώσεις των ωρίμων καρπών και των φύλλων και όχι για να αγναντεύουν το γκρίζο των πόλεων.

Δυο λεωφορεία γεμάτα κόσμο έχουνε φτάσει στο  χωρίο Σαμαρίνα από οπού ξεκινάει η πορεία με προορισμό το Δίστρατο. Δυο μικρές φυσαλίδες που κατάφεραν να δραπετεύσουν από τον βυθό, την άβυσσο της αστικής καθημερινότητας που έχουμε επιβάλλει στον εαυτό μας, και είναι έτοιμες να φτάσουν στην επιφάνεια, να ενωθούν με το οξυγόνο, να ποτιστούν στο φως.

Κάποιοι είναι βιαστικοί. Μοιάζουν με μωρά που βιάζονται να θηλάσουν, να χορτάσουν την πεινά τους. Δεν έχουν καταλάβει ότι έχουν γυρίσει πίσω στον αμνιακό σάκο, εκεί που γεννιέται η ζωή και συντηρείται από την ίδια τη μητέρα χωρίς καμιά προσπάθεια. Κάποιοι όμως μένουμε πίσω και δεν βιαζόμαστε καθόλου. Αντιθέτως περιμένουμε υπομονετικά, αμβλύνοντας όσο μπορούμε τις αισθήσεις μας, ρουφώντας κάθε οσμή, αποτυπώνοντας  κάθε εικόνα που μας προσφέρει η φθινοπωρινή αλλαγή της φύσης, απολαμβάνοντας ξεχωριστά κάθε βήμα. Περιμένοντας... 

 Σήμερα τα πνεύματα είναι επιφυλακτικά με την πολυπληθή ανθρωπινή παρουσία  και δεν μας πλησιάζουν. Έχουν φτάσει ως εδώ οι ψίθυροι της καταστροφής των κορυφογραμμών, των λίγων από τα τελευταία καταφύγια τους. Φτάνοντας στο Σαμαρινιώτικο ρέμα βγάζουμε γρήγορα τα ρούχα μας και αρχίζουμε να ξεπλενόμαστε. Τριβόμαστε με την λάσπη, άλλοι με τα πεσμένα φύλλα έως ότου φύγει εντελώς η ρυπαρή επικάλυψη της πόλης, που έχει εγκλωβίσει εντελώς τη λάμψη που αναδύει η ψυχή μας . 

Πρώτα εμφανίζονται οι Νύμφες  και παρασέρνουν  μαζί τους το Γιώργο στον ερωτικό χορό τους. Μια Μαύρη Πεύκη σηκώνει με τα κλαδιά της την Ίνα, η οποία σε στάση vrksasana (ή «στάση του δέντρου)  έχει ήδη ανοίξει τις ενεργειακές της πύλες ώστε να συνενώσει τις ροές της με αυτές του δέντρου. Εγώ παίρνω την θέση μου διπλά σε ένα απολίθωμα, προσπαθώντας μέσω της πλήρης ακινησίας να γίνω μέρος της αέναης κίνησης. Και έτσι σιγά σιγά όλοι μαζί γινόμαστε ένα με την συλλογική συνειδητότητα του φυσικού τοπίου, μέρος του όλου, έτοιμοι να αναδυθούμε και να ενωθούμε με το θείο. Το μόνο που εμποδίζει την πνευματική μας ανάταση είναι η ανησυχία των πνευμάτων για την ανθρωπινή παρέμβαση και στο δικό τους άδυτο. Γιατί αποφασίσαμε να ανοίξουμε τρύπες και να αντλήσουμε τον πλούτο της  γης και όχι τον πλούτο της ψυχής; Γιατί υποδουλωθήκαμε στις επιταγές του σώματος φτιάχνοντας έναν κόσμο καθ' ομοίωση αυτού και όχι σε αυτές του πνεύματος; Όσοι περνούν το δρόμο του βουνού,το δύσκολο, τον ανηφορικό, γνωρίζουν ότι πρέπει να ταλαιπωρήσουν, να σκοτώσουν το σώμα για να απελευθερώσουν το πνεύμα.

Οι πρώτες ψιχάλες της βροχής μας επαναφέρουν, είναι ώρα να γυρίσουμε. Φτάνοντας στο Δίστρατο κάποιοι μας κοιτάνε επικριτικά για την αργοπορίας μας. Το ίδιο τους κοιτάμε και εμείς, γιατί δεν εκμεταλλευτήκαν τον χρόνο, το πολυτιμότερο αγαθό που μας δόθηκε. Τον χρόνο που τόσο απλόχερα σπαταλάμε κάθε μέρα δημιουργώντας ανάγκες για να καλύψουμε άλλες, αντλώντας στον πίθο των Δαναΐδων. 

Ο Γιώργος αποφάσισε να μην γυρίσει, και πραγματικά χαιρόμαστε για αυτόν. Δεν πρόλαβε να  δημιουργήσει τα δικά μας δεσμά, έμεινε ένας Σάτυρος ανάμεσα στις Νύμφες, τις οποίες θα ακολουθήσει σε άλλα μέρη, πιο απομακρυσμένα εκεί που δεν έχει φτάσει ακόμα η ανθρωπινή παρέμβαση. Ίσως τον συναντήσουμε πάλι σε κάποια άλλη εξόρμηση, ίσως κάποια στιγμή καταφέρουμε και εμείς να απαγκιστρωθούμε. Ίσως την επόμενη φορά...